Τετάρτη 21 Απριλίου 2010

21/04

Απλώνω τα χέρια να παρηγορήσω την καρδιά σου αλλά τα διώχνεις. Δεν ξέρω γιατί, δεν θα μάθω γιατί, επειδή ποτέ δεν θα μου πεις. Είχα αρχίσει να σιγουρεύομαι και να πείθω τον εαυτό μου πως δεν υπάρχεις τελικά. Και ξαφνικά ξαναήρθες, όπως και την προηγούμενη φορά και μου ταρακούνησες τους ώμους και μου φώναζες "Εδώ είμαι! Κοίταξε με!" Και ξύπνησα. Σε βλέπω μέρες τώρα. Δεν ξέρω τι έχεις... Πονάς; Πες μου... Σου δίνω τα χέρια μου να πιάσεις και να σηκωθείς ξανά εάν έπεσες. Σου δίνω τον χρόνο που είχαμε υποσχεθεί να υπάρχει σε ώρα ανάγγης όταν κάποιος μας θα θελήσει κι άλλο περισσότερο απ΄όσο ήδη έχει. Σου δίνω και τον δικό μου. Όλον. Εγώ ποτέ δεν θα τον χρειαστώ και το ξέρεις. Ξέρεις πως σε εμπιστεύομαι με μάτια κλειστά, αυτιά και μύτη βουλωμένα και στόμα κουμπωμένο. Τα ξέρεις όλα αυτά.
Σου δίνω και το σώμα μου αν σπάσει το δικό του, το μυαλό μου αν σταματήσει το δικό σου, την καρδιά αν παγώσει η δική σου. Σου δίνω τα πόδια μου να συνεχίσεις να περπατάς αν κουραστούν τα δικά σου, σου δίνω τα δάχτυλά μου να ψιλαφίζεις όταν περπατάς στο σκοτάδι αν ματώσουν τα δικά σου. Σου δίνω τα μάτια μου αν κλείσουν τα δικά σου και αρνηθούν να ανοίξουν ξέροντας τι θα αντικρίσουν. Σου δίνω τα πάντα. Αλλά ποτέ δεν σου ήταν αρκετό.
Πιάσου απο τα χέρια μου. Πιάσου και ξαναπάτα στα πόδια σου. Κι αν σηκώσεις το κεφάλι και δεν τα βρείς εκεί δεν θα'χω φύγει. Απλώς φώναξε με όταν με χρειαστείς γιατί ίσως βαρεθώ να περιμένω... Αλλά όχι να σ΄αγαπάω. Να σ΄αγαπάω δεν θα βαρεθώ ποτέ. Θα ήταν παράλογο εάν έκανα κάτι τέτοιο.

Μ.