Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2011

http://idhugyoubutyourenothere.blogspot.com/
http://basanizomai07.blogspot.com/

Κλείσαμε και μην ξαναπατήσετε το πόδι σας εδώ πέρα...
Δεν είναι πια κανεις ευπρόσδεκτος.

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2011
















Δεν θα είμαι πια εδώ...
Θα μπαίνω στον πειρασμό να κοιτάξω τα προηγούμενα...
Και δεν θέλω να θυμάμαι, γιατί θα τρελαθώ...
http://basanizomai07.blogspot.com/
....


Σάββατο, 1 Ιανουαρίου 2011

όχι πια εδώ.
http://constantinemarie.blogspot.com/
αντίο. σ΄αγάπησα.

Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

Έκλαψα τόσο χθες
που μέχρι και ο ουρανός
ντράπηκε να βρέξει...

Δευτέρα, 6 Δεκεμβρίου 2010

τον κοκωδι τον σαξεχα. πωσαγα νεντινστακω

Τα σαββατοκύριακα φέρνουν τους ανθρώπους πιο κοντά και τους ενώνουν. Αρχίδια. Τα σαββατοκύριακα απομακρύνουν τους ανθρώπους επειδή τους φέρνουν πιο κοντά. Πιο κοντά στην πραγματικότητα, πιο κοντά στον εαυτό, πιο κοντά στην απομάκρυνση, πιο κοντά στον τεσσαρακοστό έβδομο παγκόσμιο πόλεμο. Τι; Μόνο δύο παγκόσμιοι έγιναν; Μωρέ τι μας λες! Όταν ο δικός μου ο κόσμος κάθεται στο πάτωμα της γωνιάς της μπαλκονόπορτας του γραφείου, ο παγκόσμιος γίνεται εκεί. Και ό,τι και να λες είναι ο τεσσαρακοστός έβδομος.
Είμαι θυμωμένη. Εξαγριωμένη και οργισμένη. Όχι με ‘σένα, κόσμε μου, αλλά με τις λέξεις. Εκείνες που ειπώνονται για να μελανιάσουν την περιοχή κάτω από τη μέση. Και τώρα βρίσκομαι μεσοπόλεμα. Σιωπή. Η μια μπότα στην κουζίνα και η άλλη στο σαλόνι. Και το μόνο που ακούγεται είναι το κωλοπλυντήριο που πλένει τα άπλυτά μας για να είναι καθαρά για τα Χριστούγεννα. Τακτοποιημένα, πλυμένα, σιδερωμένα και μοσχοβολιστά στα συρτάρια και τις ντουλάπες. Μόνο τη ζωή μου ξέχασα να πλύνω. Στους οκτακόσιους βαθμούς μπας και λιώσει και ξαναγίνει από την αρχή.
Ακούω τα παιδιά από κάτω να οργιάζουν και σκέφτομαι τη ζωή που δεν έζησα ακόμα. Τη ζωή που σχεδιάζω να φτιάξω με μπόλικο σιρόπι, πιο σιρόπι ακόμα και από τα μελομακάρονα που έφτιαξε η γιαγιά μου. Τι σκατά έκανα λάθος; Στη δόση για το νερό; Στη δόση για τη ζάχαρη; Ή μήπως που έβαλα παραπάνω πορτοκάλι και έχει γεύση ξινή;
Τραβάω μια γραμμή με δάχτυλο στην οθόνη μου και κοιτώ τον δείχτη μου που έγινε κίτρινος από τη νικοτίνη. Κολλημένη νικοτίνη θαρρείς από χρόνια. Πάνω από δέκα. Την πρωτοχρονιά γίνεται δεκατέσσερα. Ξέρει κάποιος να μου πει πως καθαρίζει η κιτρινίλα στην πολύτιμη οθόνη μου χωρίς να την καταστρέψω; Ξέρει;

σιγά να μην..

Δευτέρα, 22 Νοεμβρίου 2010

κθμρπστρφστδ

Τους κώδικες που ποτε δεν θα βρεις και σε λίγο καιρό ούτε εγώ θα θυμάμαι γιατί τους έγραψα.
Φαίνονται όλα να κρατάνε τόσο λίγο, φαίνονται ψίχουλα μπροστά στο πόσο με πονάει ο χρόνος. Τι να έκανα και εγώ; Να κάτσω να περιμένω ώσπου να πεθάνω; Ή να βρω αγάπες ψεύτικες και να της πληγώσω και να με πληγώσουν; Τίποτα από τα δύο. Κάθε μέρα νιώθω να πηγαίνω ένα βήμα πιο μπροστά, και μετά πετάγεται το βλέμα σου όπως πετάχτηκε τώρα το πορτοκαλί παράθυρο συνομιλίας μας και ξεχνάω ό,τι έχω στο μυαλό μου και σκέφτομαι ‘‘Μα ρε γαμώτο... Εσένα δεν σε αγάπησα κάποτε;’’ Ναι, μην ρωτάς. Σ'αγάπησα πολύ! Και ακόμη σ'αγαπώ.
Φτιάχνω σκοτάδι με τα δάχτυλα και αφήνω δυο φλόγες στο τζάκι να φωτίζουν το σαλόνι που μέσα είναι μεσάνυχτα και έξω μεσημέρι.
Στις τέσσερις και τέσσερα το πρωί άφηνα κάτι βήματα στους σκοτεινούς διαδρόμους τους μαρμάρινους κι έπαιζα το αγαπημένο μου παιχνίδι˙ εκείνο που κοιτάζω τα φώτα στο ταβάνι πίσω από το ακτινογραφικό φιλμ κι εκείνα ιριδίζουν και θυμάμαι πως κάποτε είχα πει πως η αγάπη έχει λευκό χρώμα και μου ήρθε η απάντηση πως αφού έχει λευκό χρώμα επομένως έχει όλα τα χρώματα μαζί.
Άντε να πείσεις χωρίς αποδεικτικά μια αλήθεια που υπάρχει μεν, αλλά δε μπορεί κανείς να τη δει. Και πώς να πεις πως απλά την ένιωσες σε κάποιους που δε ξέρουν να νιώθουν επειδή ευνούχισαν πριν χρόνια τον εαυτό τους με όρκους βαρύγδουπους, τάδε και δείνα, που αν ζυγίσεις τον κάθε ένα ξεχωριστά ζυγίζει όσο το βάρος της Γης επί δύο; Από τότε κάνουν μια γενιά να περάσει μέχρι να σκιρτήσουν ξανά…
Δύσκολα πλάσματα οι άνθρωποι. Δύσκολα και πολύπλοκα. Τόσο πολύπλοκα που καταρρέουν από την ίδια την πολυπλοκότητά τους. Είναι ζώα υπό κατάληψη των ζώων που είναι υπό εξαφάνιση. Χωρίζονται σε είδη. Άπειρα. Τέσσερα βασικά. Οι άνθρωποι, οι υπάνθρωποι, οι παλιάνθρωποι και οι χιονάνθρωποι. Ναι μη γελάς! Υπάρχει και το είδος των τελευταίων! Εκείνων που χάνονται και γίνονται νερό και φεύγουν από την αγκαλιά σου πριν προλάβεις να πειστείς πως υπάρχουν.
Τελευταία το μυαλό μου τρέχει με ταχύτητες φωτός. Οι αλλαγές πάνω στο σώμα και το κορμί μου που πηγάζουν από τις αλλαγές μέσα από τα σπλάχνα μου είναι τόσο ραγδαίες που προκαλούν συγχύσεις στον κόσμο που με περιτριγυρίζει…
Και εσύ ποτέ δεν θα αντικρύσεις αυτό τον κόσμο. Γιατί ποτε δεν θα σ'αφήσω να μάθεις πόσο σ'αγαπάω. Καλύτερα να σκοτωθώ παρά να με σκοτώσεις...

Πέμπτη, 4 Νοεμβρίου 2010

0,000001

Παράδρομους ε;... Λες; Μπορεί. Το νόημα το βρήκα πάντως μέσα σε ένα στενό πάνω σε ένα σκαλί, το βρήκα καθισμένη μπροστα από την Νομαρχία με εκείνον και να νιώθω το κρύο να με σκοτώνει αλλά να μην μιλάω. Το βρήκα στο κρεβάτι σου.
Σ'αγαπάω.. Και επιστρέφω πάλι εκεί, πάλι στο ίδιο μέρος που κρύβομαι όταν τα φώτα μου σβήνουν και όταν είμαι σε Μαύρα Χάλια και δεν θέλω να με δει κανείς. Λοιπόν, γειά σου και πάλι. Πως πάει; Εγώ όχι και τόσο καλά.
Σήμερα θυμάμαι. Θυμάμαι την αγάπη σου που την ένωσες με την δική μου πριν μερικους μήνες... Όμορφη στιγμή ήταν... Πολύ.. Πολύ όμορφη. Όταν μου έδειξες το σπίτι σου, που θυμάμαι να μου μένει καρφωμένο στο μυαλό εκείνο το μπλε το ρολόι με τους δείκτες που είχαν σχήμα μαργαρίτας.. Θυμάμαι και τα σχέδιά σου πάνω σε ένα ξύλινο στήριγμα, και θυμάμαι και την μυρωδιά που έβγαζαν τα καμένα ξύλα. Θυμάμαι που το δωμάτιο σου στην αρχή μου φάνηκε λιλά, και θυμάμαι και το όνομα μου χαραγμένο πάνω στο γραφείο σου... Μακάρι να με ερωτευόσουν ξανα. Μακάρι να μπορούσες να επαναφέρεις στο μυαλό σου την στιγμή που σου είπα ότι είσαι τα πάντα για μένα, και ότι δεν θα σε πληγώσω. Μακάρι να μην είχα αθετήσει όσα σου είπα.
Και ξέρεις ποιό είναι το χειρότερο; Ότι πάλι συμβαίνουν τα ίδια. Πάλι οι βλεφαρίδες μου υγραίνονται, παλι τα μάγουλά μου βρέχονται και πάλι θα καταλήξω να σπαράζω στο κρεβάτι μου ή στου αδερφού μου. Και πάλι θα με πάρει ο ύπνος σε βρεγμένο μαξιλάρι και πάλι θα ξυπνήσω άρρωστη. Και πάλι όλο αυτό δεν θα καταλήξει που θε να.
Δεν έχω νιώσει εξαρτημένη από κάτι άλλο τόσο πολύ. Πονάω όταν δεν είσαι εδώ. Και όταν δεν γυρνάς πονάω περισσότερο. Και δεν φεύγεις από το κεφάλι μου και βασανίζομαι. Και θέλω να σε έχω ξανά, θέλω να σφίξω το χέρι σου και να σε κοιτάξω στα μάτια και να σου πω την λέξη, και μετά να σε αγκαλιάσω και να πλησιάσω τόσο πολύ επάνω σου που στην σκιά να μην φαίνεται πια ποιος είσαι εσύ και ποια είμαι εγώ, αλλά ποιοι είμαστε εμείς. Να σε σφίξω και να σου πω "δεν θα το ξανακάνω το γαμημένο το λάθος, δεν θα το ξανακάνω."